Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Θανάσης Παπακωνσταντίνου | Ο Φορτίνο Σαμάνο

Ο «Σαμάνος» του Θ. Παπακωνσταντίνου Η περηφάνια των αγωνιστών αντικατοπτρίζεται στην εικόνα του υπολοχαγού του Ζαπάτα, Σαμάνο, μπροστά από το εκτελεστικό απόσπασμα.  Ο φωτογράφος δεν ήξερε τίποτα άλλο για τον μελλοθάνατο ούτε και μάθαμε κάτι παραπάνω, όσα χρόνια και αν πέρασαν. Έμεινε μόνο η εικόνα του λίγα δευτερόλεπτα πριν εκτελεστεί… Ο άνθρωπος που δεν φοβάται τον θάνατο, του χαμογελά και καπνίζει ένα τελευταίο τσιγάρο. Αυτή η αγέρωχη στάση ενέπνευσε και τον τραγουδοποιό Θανάση Παπακωνσταντίνου να γράψει το ομώνυμο τραγούδι, «Ο Φορτίνο Σαμάνο».  Ο τραγουδοποιός έχει μιλήσει για τα συναισθήματα που του προκάλεσε η φωτογραφία: «Όταν διάβασα τη λεζάντα της φωτογραφίας, ανατρίχιασα. Η στάση του Φορτίνο Σαμάνο δεν έχει καμία σχέση με τη σημερινή πραγματικότητα. Ίσως γι’ αυτό με συγκίνησε. Οι τωρινοί άνθρωποι, με τη συμβολή της τηλεόρασης, έχουμε υποστεί δύο σημαντικές ήττες: Από τη μια, έχουμε εθιστεί στον πόνο και στον θάνατο των άλλων –μέχρι και ζωντανή αναμετάδοση πολέμων έχουμε παρακολουθήσει– και από την άλλη, ακριβώς επειδή νομίζουμε ότι είμαστε πάντα στη θέση του θεατή, όταν χτυπήσει την πόρτα μας κάποια συμφορά ή ο ίδιος ο θάνατος ξαφνιαζόμαστε και τρομάζουμε». Το τραγούδι έχει τρεις στροφές που αφηγούνται την ιστορία ο καθένας από την πλευρά του. Στην πρώτη ο στίχος μπαίνει στο μυαλό του Σαμάνο, στη δεύτερη, στη σκέψη του στρατιώτη και η Τρίτη στροφή είναι το τσιγάρο. Μια ωδή σε έναν επαναστάτη που σκοτώθηκε όπως χιλιάδες άλλοι ανώνυμοι χωρικοί και θα ήταν άσημος αν δεν υπήρχε ένα διάσημο κλικ. 
Ο Φορτίνο Σαμάνο καπνίζει και σκέφτεται:
 «Είμαι ότι δεν έζησα, είμαι η βροχή που θα `ρθει να δροσίσει άγνωστων γυναικών το κορμί. 
Βράδυ στα κρεβάτια τους πως στενάζουν ξαναμμένες ποιος Σαμάνος έφερε τούτη τη βροχή…» 
Ο στρατιώτης με τ’ όπλο σημαδεύει και σκέφτεται: 
«Με μια κίνηση απλή θα του κλέψω ότι έχει ζήσει είμαι ένας μικρός θεός, είμαι ένα στοιχειό. Πάνω από το αίμα του αύριο εδώ την ίδια ώρα ερπετά θα σέρνονται όπως κάνω κι εγώ…» 
Το τελευταίο τσιγάρο κι εκείνο σκέφτεται:
 «Θα γίνω γέλιο να κρυφτώ σε παιδιά που ξεφαντώνουν ο καιρός θα χάνεται ώσπου κάποιο απ’ αυτά θα φωνάξει «Λιμπερτά!»
 κι όπως θα κοιτάει τις κάννες θα βρεθώ στα χείλη του σαν τσιγάρο ξανά…»... 

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/o-epanastatis-pou-iremos-kapnizi-to-telefteo-tsigaro-prin-apo-tin-ektelesi-tou-i-fotografia-travichtike-liga-lepta-prin-to-thanato-tou-legete-fortino-samano-ke-enepnefse-ton-thanasi-papakonstantinou/




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

.....μέρα αναστάσιμη ....

.....Κάποια ξημερώματα σε μακρύ τραπέζι
θάρθουν να καθίσουνε μάνες και παιδιά
μέρα αναστάσιμη κι ο λαός θα παίζει
τα πολλά τραγούδια του για τη λευτεριά



Τράπεζα πετάει στο δρόμο Οικογένεια στην Νίκαια

Πετάνε στο δρόμο και ξεκληρίζουν ολόκληρη οικογένεια ανέργων στη Νίκαια αφού πρώτα φρόντισαν να δέσουν χειροπόδαρα και να τους αρπάξουν τη πρώτη κατοικία.. Ολόκληρη οικογένεια κινδυνεύει να βρέθει στο δρόμο μέχρι τις 20 Σεπτέμβρη, αφού η eurobank έστειλε τελεσίγραφο να φύγουν μέχρι τη παραπάνω ημερομηνία.

Πρόκειται για διώροφη μονοκατοικία στη Νίκαια με τα δύο διαμερίσματα να ανήκουν ξεχωριστά στους δύο γιούς της οικογένειας, οι οποίοι βιώνουν τον εφιάλτη της ανεργίας τα τελευταία χρόνια και μάλιστα να είναι δηλωμένα σαν ΠΡΩΤΗ ΚΑΤΟΙΚΙΑ και το ισόγειο-κατάστημα (που δεν λειτουργεί πλέον) που ανήκει στον πατέρα της οικογένειας επίσης άνεργο που εδώ και ενάμιση χρόνο έχει σοβαρά προβλήματα υγείας έπειτα από καρδιακό επεισόδιο που πέρασε λόγω της περιπέτειας που περνάει.

Τα σπίτια έχουν ήδη βγει σε πλειστηριασμό τον οποίο η τράπεζα που τα διεκδικούσε ''πλειοδότησε'' και τα πήρε στη κατοχή της αντί πινακίου φακής.

Το τραγικό στην υπόθεση είναι ότι πέρα από το ξεκλήρισμα μιας ο…

16/8 ΚΟΜΜΕΝΟ ΑΡΤΑΣ - 17/8 ΚΟΚΚΙΝΙΑ

Στον απόηχο των θυμάτων του Αυγούστου, και είναι πολλά, αφιερωμένο στη μνήμη τους, ένα ποίημα του Γιάννη Ρίτσου, μελοποιημένο από το Θάνο Μικρούτσικο.
"ΤΟ ΧΡΕΟΣ"    ΚΟΚΚΙΝΙΑ  ΚΟΜΜΕΝΟ ΑΡΤΑΣ


«Κι ύστερα πάλι ομοβροντία τα χαράματα
διώχνοντας απ' τα κυπαρίσια τα σπουργίτια τα φορτηγά αυτοκίνητα γιομάτα αγωνιστές
περνώντας για τον τόπο της εκτέλεσης
κόβοντας με τις ρόδες τους στα δυο τον ήλιο.
Εμεινε πάλι πολλή σκόνη τ' απογεύματα
Η σκόνη που αφήνουν πίσω τους τα μαύρα φουστάνια
Των μανάδων
Καθώς περνάνε απ' του Αβέρωφ ή απ' του Χατζηκώστα
Ή από τα τμήματα των μεταγωγών
Οι μαύρες μανάδες με τα μαύρα φουστάνια
Με την καρδιά τους τυλιγμένη στο μαντίλι τους
Σαν ένα ξεροκόμματο ψωμί που δεν μπορεί να το μασήσει
Ούτε ο Θάνατος.» Η ιδέα της ανάρτηση; απο τον Χ. ΖΟΥΛΙΆΤΗ